Μετάφραση του "proceeds" σε Ελληνικά
Οι απόδοση, εισπράξεις, πρόσοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proceeds" σε Ελληνικά.
Revenue; gross revenue. [..]
-
απόδοση
noun feminineWhen recovery proves impossible, the Member State proceeds to writing off the entitlement.
Όταν η απόδοση του ποσού αποδειχθεί αδύνατη, το κράτος μέλος προβαίνει στη διαγραφή της οφειλής.
-
εισπράξεις
The unpaid balance is assumed to represent proceeds used to purchase ordinary shares.
Το ανεξόφλητο υπόλοιπο θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει εισπράξεις που χρησιμοποιούνται για την αγορά κοινών μετοχών.
-
πρόσοδος
feminineThis contribution takes into account the proceeds that dismantling companies obtain for the material.
Η πριμοδότηση αυτή λαμβάνει υπόψη τις προσόδους των επιχειρήσεων διάλυσης από το υλικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " proceeds " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "proceeds" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προχώρα ακάθεκτος
-
βαστώ · διαρκώ · δρω · ενεργώ · εξακολουθώ · εξελίσσομαι · κάνω · κινούμαι · κρατώ · προέρχομαι · προβαίνω · προχωρώ · συνεχίζομαι · συνεχίζω
-
συνεχίζω
-
οικονομικό προϊόν
-
βαστώ · διαρκώ · δρω · ενεργώ · εξακολουθώ · εξελίσσομαι · κάνω · κινούμαι · κρατώ · προέρχομαι · προβαίνω · προχωρώ · συνεχίζομαι · συνεχίζω