Μετάφραση του "processing" σε Ελληνικά

Οι επεξεργασία, μεταποίηση, διεκπεραίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "processing" σε Ελληνικά.

processing noun verb γραμματική

The action of the verb to process. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επεξεργασία

    noun feminine

    action of the verb to process

    They were paid to take a training course in pastry-making, data processing, anything, for a year.

    Πληρώθηκαν για να εκπαιδευτούν στη ζαχαροπλαστική, στην επεξεργασία δεδομένων, οτιδήποτε για ένα χρόνο

  • μεταποίηση

    The act of converting material from one form into another desired form.

    The milk must be produced and processed within the defined geographical area.

    Το ίδιο ισχύει για την παραγωγή και τη μεταποίηση του γάλακτος, καθώς και για την ωρίμαση του τυριού.

  • διεκπεραίωση

    This has also contributed to a number of delays and problems in the submission and processing of applications.

    Αυτό συντελεί επίσης σε ορισμένες καθυστερήσεις και προβλήματα κατά την υποβολή και τη διεκπεραίωση των αιτήσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " processing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "processing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "processing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη