Μετάφραση του "procession" σε Ελληνικά

Οι λιτανεία, πομπή, περιφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "procession" σε Ελληνικά.

procession verb noun γραμματική

The act of progressing or proceeding [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιτανεία

    noun feminine

    group of people or thing moving along in an orderly manner [..]

    We have a long procession of days and long nights before us.

    Πρέπει να επιζήσουμε μέσα από την μακριά λιτανεία των ημερών που έρχονται.

  • πομπή

    noun feminine

    group of people or thing moving along in an orderly manner

    You must excuse me but I'm going to join the procession.

    Πρέπει να με συγχωρέσεις γιατί πρέπει να ακολουθήσω την πομπή.

  • περιφορά

    feminine

    group of people or thing moving along in an orderly manner

    The same day, young people dress up as ploughmen and join a procession featuring a decorated plough

    Την ίδια ημέρα, νεολαίοι ντύνονται ως οργωτές και συμμετέχουν στην περιφορά ενός αλετριού

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρέλαση
    • ακολουθία
    • πορεία
    • Λιτανεία
    • συνοδεία
    • προώθηση
    • προαγωγή
    • πρόοδος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " procession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "procession"

Φράσεις παρόμοιες με "procession" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "procession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη