Μετάφραση του "production" σε Ελληνικά

Οι παραγωγή, προϊόν, επίδειξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "production" σε Ελληνικά.

production noun γραμματική

an occasion or activity made more complicated than necessary [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραγωγή

    noun feminine

    Use restricted to production of silage when weather conditions do not allow for adequate fermentation.

    Χρήση περιοριζόμενη στην παραγωγή ενσιρωμένων ζωοτροφών, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν επαρκή ζύμωση.

  • προϊόν

    noun neuter

    The quantitative limit for a given product group can be reduced once in the course of a calendar year.

    Το ποσοτικό όριο μιας δεδομένης ομάδας προϊόντων μπορεί να προσαρμοστεί μία φορά κατά το ημερολογιακό έτος.

  • επίδειξη

    noun feminine

    The cost of journeys by sea shall be reimbursed on production of documentary evidence.

    Τα έξοδα ταξιδίου με πλοίο επιστρέφονται με επίδειξη των δικαιολογητικών εγγράφων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόδοση
    • κατασκευή
    • παρουσίαση
    • παράσταση
    • Παραγωγή
    • προσαγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " production " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Production
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παραγωγή

    Production, production capacity and capacity utilisation

    Παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

Φράσεις παρόμοιες με "production" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "production" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη