Μετάφραση του "proficient" σε Ελληνικά

Οι καλά, ικανός, επιδέξιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proficient" σε Ελληνικά.

proficient adjective noun γραμματική

Good at; skilled; fluent; practiced, especially in relation to a task or skill. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλά

    adverb

    I've found that those who understand something as detailed as that are also proficient in sign language.

    Έχω ανακαλύψει ότι αυτοί που καταλαβαίνουν κάτι από το τίποτα είναι επίσης καλοί και στην νοηματική γλώσσα.

  • ικανός

    adjective masculine

    Becoming a proficient reader takes a lot of work.

    Για να γίνεις ικανός αναγνώστης χρειάζεται πολλή δουλειά.

  • επιδέξιος

    adjective

    It typically takes many months of training to become proficient at this task.

    Τυπικά χρειάζονται πολλοί μήνες εξάσκησης για να γίνει κάποιος επιδέξιος σε αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ειδήμονας
    • επαρκής
    • καλός γνώστης
    • πεπειραμένος
    • ευχερής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proficient " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Proficient
+ Προσθήκη

"Proficient" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Proficient στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "proficient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γνώση · επάρκεια · επαρκής γνώση · ευχέρεια · ικανότητα · κατάρτιση · πρόοδος
  • επίπεδο επάρκειας
  • επίπεδο επάρκειας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proficient" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη