Μετάφραση του "prolific" σε Ελληνικά
Οι παραγωγικός, πολυγραφότατος, γόνιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prolific" σε Ελληνικά.
prolific
adjective
γραμματική
Fertile, producing offspring or fruit in abundance—applied to plants producing fruit, animals producing young, etc. [..]
-
παραγωγικός
adjectiveIf you're not prolific, Jamal's gonna catch up to you.
Εάν δεν είσαι παραγωγικός, τότε ο Τζαμάλ θα σε προφτάσει.
-
πολυγραφότατος
Eventually, Origen became a noted scholar and a prolific writer.
Τελικά ο Ωριγένης έγινε διακεκριμένος και πολυγραφότατος λόγιος.
-
γόνιμος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποτελεσματικός
- εύφορος
- με πλούσια δράση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prolific " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prolific" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γονιμότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη