προφορά: IPA: /pɹuːf/ pɹuːf      

Μεταφράσεις σε Ελληνικά:

  • απόδειξη   
    (  f)
  • δοκίμιο   
    τυπογραφικό δοκίμιο
  • έλεγχος   
  • ασφαλής   
  • βάσανος   
  • δοκιμή   
  • δοκιμασία   
  • πειστήριο   

Άλλες έννοιες:

Used in proving or testing; as, a proof load, or proof charge.
(transitive) To make resistant, especially to water.
(printing) A proof sheet; a trial impression, as from type, taken for correction or examination.
(transitive, intransitive, colloquial) To proofread.
note on back of the scroll
(presentation of) proof
The degree of evidence which convinces the mind of any truth or fact, and produces belief; a test by facts or arguments which induce, or tend to induce, certainty of the judgment; conclusive evidence; demonstration.
process for testing the accuracy of an operation performed
firm or successful in resisting
Being of a certain standard as to strength; -- said of alcoholic liquors.
any effort, process, or operation designed to establish or discover a fact or truth
a proof sheet
The quality or state of having been proved or tried; firmness or hardness which resists impression, or doesn't yield to force; impenetrability of physical bodies.
(mathematics) A process for testing the accuracy of an operation performed. Compare prove, transitive verb , 5.
Firm or successful in resisting; as, proof against harm; waterproof; bombproof.
(logic, mathematics) A sequence of statements consisting of axioms, assumptions, statements already demonstrated in another proof, and statements that logically follow from previous statements in the sequence, and which concludes with a statement that is the object of the proof.
Firmness of mind; stability not to be shaken.
Any effort, process, or operation designed to establish or discover a fact or truth; an act of testing; a test; a trial.
A sequence of statements (made up of axioms, assumptions and arguments) leading to the establishment of the truth of one final statement.
(US) A measure of the alcohol content of liquor. Originally, in Britain, 100 proof was defined as 57.1% by volume (not used anymore). In the US, 100 proof means that the alcohol content is 50% of the total volume of the liquid, and thus, absolute alcohol would be 200 proof .
lining (something)
(obsolete): Armour of excellent or tried quality, and deemed impenetrable; properly, armour of proof.
(transitive) To knead, as in bread dough.
used in proving or testing
the degree of evidence which convinces the mind of any truth or fact, and produces belief

Παρόμοιες φράσεις στο λεξικό Αγγλικά Ελληνικά. (6)

proof by contradiction
εις άτοπον απαγωγή
proof of concept
επαλήθευση ιδέας
proof of purchase
απόδειξη αγοράς
proof, receipt

    Εμφάνιση κλίση

Παράδειγμα με ποινές "proof", μεταφραστική μνήμη

add example
en No export refund shall be granted on rice imported from third countries and re-exported to third countries, unless the exporter submits proof that
el Δεν χορηγείται επιστροφή κατά την εξαγωγή ρυζιού που εισάγεται από τρίτες χώρες και επανεξάγεται προς τρίτες χώρες, εκτός εάν ο εξαγωγέας υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία ότι
en Issue of Movement certificates EUR.‧ on the basis of proof of origin issued or made out previously
el Έκδοση πιστοπoιητικού κυκλoφορίας εμπορευμάτων EUR.‧ βάσει προηγουμένως εκδoθέντος ή συνταχθέντος πιστοπoιητικού καταγωγής
en Proof of that is the situation concerning Parliament’s accounts, as described today by Mr Ferber.
el Απόδειξη αυτού είναι η κατάσταση σχετικά με τον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου, όπως περιέγραψε σήμερα ο κ. Ferber.
en persons mentioned in Section ‧, letter (b) and (c) must provide proof of eligibility by means of official documentation from the Norwegian National insurance or Norges Blindeforbund
el τα πρόσωπα που αναφέρονται στο τμήμα ‧ σημεία β) και γ) πρέπει να αποδεικνύουν την επιλεξιμότητά τους προσκομίζοντας επίσημο έγγραφο του Νορβηγικού Οργανισμού Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή του Norges Blindeforbund
en In other cases of belated presentation, the customs authorities of the importing country may accept the proofs of origin where the products have been submitted before the said final date
el Σε άλλες περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής, οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής μπορούν να αποδέχονται τα πιστοποιητικά καταγωγής, όταν τα προϊόντα έχουν προσκομιστεί πριν από την εν λόγω τελική ημερομηνία
en Conversely, the lack of proof by the Member State that those criteria are satisfied, or failure on its part to observe them, may constitute a manifest error of assessment, in which case the Commission is required to make a finding to that effect
el Αντιθέτως, αν το κράτος μέλος δεν παράσχει αποδείξεις όσον αφορά την πλήρωση ή μη των κριτηρίων, τούτο ενδέχεται να αποτελέσει πρόδηλο σφάλμα, και η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να επιβάλει κυρώσεις
en For each project, supporting documents (receipted invoices, receipts, other proof of payment or accounting documents of equivalent probative value) shall be recorded, numbered and kept by the beneficiary, where possible in one specific location and, as a general rule, at the headquarters of the beneficiary, for five years after the end date of the project, in case they need to be verified
el Για κάθε έργο, τα επαληθεύσιμα δικαιολογητικά (εξοφλημένα τιμολόγια, αποδείξεις, δικαιολογητικά πληρωμών ή άλλα λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος) πρέπει να καταχωρούνται, να απαριθμούνται και να φυλάσσονται από τον δικαιούχο για λόγους εξακρίβωσης επί πέντε έτη μετά την ολοκλήρωση του έργου, εάν είναι δυνατό στο ίδιο μέρος και κατά κανόνα στη νομική έδρα του δικαιούχου
en The total system, including the connections to the speed and distance sensor must be tamper-proof
el όλο το σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσεων με το χιλιομετρητή και το ταχύμετρο, πρέπει να προστατεύεται από λαθροχειρίες
en The same applies to enlargement towards the countries of Central and Eastern Europe and Cyprus, which was recently called upon to provide painful proof of its intention to facilitate that course.
el Το ίδιο ισχύει και για τη διεύρυνση προς τις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και την Κύπρο, που κλήθηκε τελευταία να δώσει οδυνηρά για την ίδια δείγματα της διαθέσεώς της να διευκολύνει αυτήν την πορεία.
en proof of payment of the fee for the period of validity of the licence
el απόδειξη πληρωμής των τελών για την περίοδο ισχύος της άδειας
en " This is proof that the Sarajevo Film Festival is becoming one of the most important cultural events in the region, and it is important that artists from the region are accepting this festival as their own, " Merima Spahic, a journalist for the Serbian news agency Beta, said
el " Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σεράγεβο έχει αρχίσει να αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές πολιτιστικές εκδηλώσεις στην περιοχή, και είναι σημαντικό ότι οι καλλιτέχνες της περιοχής αποδέχονται το φεστιβάλ σα να ήταν δικό τους ", ανέφερε ο Μερίμα Σπάχιτς, δημοσιογράφος του Σερβικού πρακτορείου ειδήσεων Beta
en Smells like ‧ proof to me
el Απ ' ότι μυρίζω είσαι ‧ % μέσα
en obtained airside beyond the point where boarding passes are controlled from outlets that are subject to approved security procedures as part of the airport security programme, on condition that the liquid is packed in a bag that is both tamper evident and displays satisfactory proof of purchase at that airport on that day; or
el έχει αγοραστεί σε ελεγχόμενο χώρο του αερολιμένα, μετά το σημείο ελέγχου των καρτών επιβίβασης, από καταστήματα που υπόκεινται σε εγκεκριμένες διαδικασίες ασφάλειας, οι οποίες αποτελούν τμήμα του προγράμματος ασφάλειας του αερολιμένα, υπό τον όρο ότι το εν λόγω υγρό είναι συσκευασμένο σε σακούλα, η οποία αφενός φέρει σφραγίδα ασφαλείας και αφετέρου εμφανίζει ικανοποιητική απόδειξη αγοράς την ίδια ημέρα στον αερολιμένα· ή
en Where, during EC type-approval, a type of vehicle is found not to have satisfied the limit values laid down by this Directive, the Member States may lay down higher limit values for that type of vehicle on the basis of proof supplied by the manufacturer
el Στην περίπτωση που, κατά την έγκριση ΕΟΚ, τα οχήματα ορισμένου τύπου δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις οριακές τιμές που ορίζει η παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ανώτερες τιμές για τα εν λόγω οχήματα με βάση αποδείξεις που προσκομίζει ο κατασκευαστής
en The exporter of products covered by a proof of origin shall be prepared to submit at any time, upon request from the customs authorities, all appropriate documents proving that no drawback has been obtained in respect of the non-originating materials used in the manufacture of the products concerned and that all customs duties or charges having equivalent effect applicable to such materials have actually been paid
el Ο εξαγωγέας προϊόντων που καλύπτονται από πιστοπoιητικό καταγωγής πρέπει να είναι σε θέση να υπoβάλει ανά πάσα στιγμή, αν ζητηθεί από τις τελωνειακές αρχές, όλα τα κατάλληλα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι δεν έχει επιτραπεί επιστροφή, όσoν αφορά τις μη καταγόμενες ύλες που χρησιμοπoιήθηκαν για την κατασκευή των σχετικών προϊόντων, και ότι όλoι oι δασμοί ή επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος που αντιστοιχούν σ' αυτές τις ύλες έχουν πράγματι καταβληθεί
en Here' s proof
el Ακουστε... η αποδειξη
en Proof of origin
el Απόδειξη της καταγωγής
en Subsequent verifications of proofs of origin shall be carried out at random or whenever the customs authorities of the importing country have reasonable doubts as to the authenticity of such documents, the originating status of the products concerned or the fulfilment of the other requirements of this Protocol
el Ο μεταγενέστερος έλεγχoς των πιστοπoιητικών καταγωγής πραγματοπoιείται δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που oι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβoλίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, τον χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την τήρηση των λoιπών όρων του παρόντος πρωτοκόλλου
en This is why we call for a reversal of the burden of proof.
el Γι' αυτό ζητούμε την αντιστροφή του βάρους απόδειξης.
en If I can get a picture, that' s proof
el Mια φωτoγραφία είvαι απόδειξη
en The competent authorities of the host Member State or, in their absence, the professional association or a similar professional body responsible for the profession of the service provider in the host Member State shall ask the competent authorities of the Member State of establishment to provide proof that the service provider is legally practising the activities in question in that Member State
el Οι αρμόδιοι οργανισμοί του κράτους μέλους υποδοχής ή, εφόσον ελλείπουν, επαγγελματική ένωση ή παρόμοιος φορέας υπεύθυνος για το επάγγελμα του παρέχοντος υπηρεσίες στο κράτος μέλος υποδοχής, ζητούν από τους αρμόδιους οργανισμούς του κράτους μέλους εγκατάστασης ότι ο παρέχων υπηρεσίες ασκεί νομίμως τις υπό εξέταση δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος μέλος
en they meet the requirements laid down in paragraphs ‧ and ‧ and provide the relevant evidence, including proof that they have a minimum number of members and cover a minimum volume of marketable production
el ότι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που τίθενται στις παραγράφους ‧ και ‧ και προσκομίζουν για το σκοπό αυτό, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών στοιχείων, την απόδειξη ότι συγκεντρώνουν έναν ελάχιστο αριθμό μελών και καλύπτουν μια ελάχιστη ποσότητα παραγωγής που μπορεί να διατεθεί σε εμπορία·
en Issue of movement certificates EUR ‧ on the basis of a proof of origin issued or made out previously
el Έκδοση πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR ‧ βάσει προηγουμένως εκδοθέντος ή συνταχθέντος πιστοποιητικού καταγωγής
en In fact, it is the operators in the farm produce and supply network who must produce this scientific proof.
el Πράγματι, εκείνοι που θα πρέπει να προσκομμίσουν αυτές τις αποδείξεις είναι οι παράγοντες του κυκλώματος της βιομηχανίας τροφίμων και της βιομηχανικής παραγωγής τροφίμων.
Βλέπετε τη σελίδα 1. Βρέθηκαν 5742 φράσεις που ταιριάζουν φράση proof.Βρέθηκαν σε 2,962 ms.Οι μεταφραστικές μνήμες που δημιουργούνται από ανθρώπινες, αλλά να ευθυγραμμίζονται με τον υπολογιστή, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει λάθη. Προέρχονται από πολλές πηγές και δεν ελέγχονται. Να προειδοποιούνται.