Μετάφραση του "proofreading" σε Ελληνικά

Το διόρθωση είναι η μετάφραση του "proofreading" σε Ελληνικά.

proofreading noun verb γραμματική

Present participle of proofread. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διόρθωση

    noun feminine

    Occasionally, a proofreading error slips through, making a small, random change in the genetic instructions.

    Περιστασιακά, μια διόρθωση σφάλμα γλιστρά μέσα, κάνοντας μια μικρή, τυχαία αλλαγή στις γενετικές οδηγίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proofreading " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "proofreading" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • To check a written text for errors in spelling and grammar. · διορθωμένο
  • μη διορθωμένο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proofreading" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη