Μετάφραση του "prophylactic" σε Ελληνικά
Οι προφυλακτικό, προφυλακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prophylactic" σε Ελληνικά.
prophylactic
adjective
noun
γραμματική
A medicine which preserves or defends against disease; a preventive. [..]
-
προφυλακτικό
noun neuterdevice or mechanism [..]
You will die in a plane crash and be reincarnated as a prophylactic.
Θα πεθάνεις σε αεροπορικό δυστύχημα και θα μετενσαρκωθείς σε προφυλακτικό.
-
προφυλακτικός
AdjectiveThe product is not intended for therapeutic or prophylactic use.
Το προϊόν δεν προορίζεται για θεραπευτική ή προφυλακτική χρήση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prophylactic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prophylactic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέσο αντισύλληψης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη