Μετάφραση του "propylene" σε Ελληνικά
Οι προπυλένιο, Προπένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "propylene" σε Ελληνικά.
(organic chemistry) The common name for the organic chemical compound propene. An alkene which is a colorless gaseous (at room temperature and pressure) hydrocarbon with the chemical formula C 3 H 6 . [..]
-
προπυλένιο
noun neuterorganic compound of the formula C3H6 [..]
They could also include propylene, butylene, isopropylene and isobutylene.
Μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν προπυλένιο, βουτυλένιο, ισοπροπυλένιο και ισοβουτυλένιο.
-
Προπένιο
chemical compound
Collective term for ethylene, propylene, butylene and butadiene, or mixtures thereof
Συλλογικός όρος ο οποίος περιλαμβάνει αιθένιο, προπένιο, βουτένιο και βουταδιένιο, ή μείγματά τους
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " propylene " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "propylene"
Φράσεις παρόμοιες με "propylene" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ελαστικό αιθυλενίου-προπυλενίου
-
Μεθυλοξιράνιο
-
Πολυτετραφθοροαιθυλένιο
-
Επιβραδυντικό φλόγας αιθυλενίου-προπυλενίου
-
Πολυτετραφθοροαιθυλένιο
-
Ακόρεστο πολυμερές αιθυλενίου-προπυλενίου-διενίου
-
Ακόρεστο πολυμερές αιθυλενίου-προπυλενίου-διενίου
-
Επιβραδυντικό φλόγας αιθυλενίου-προπυλενίου