Μετάφραση του "provisional" σε Ελληνικά

Οι προσωρινός, υπηρεσιακός, μεταβατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "provisional" σε Ελληνικά.

provisional adjective noun γραμματική

(philately) a postage stamp issued locally before an official issue is released. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσωρινός

    adjective masculine

    temporary

    After his asylum claim has been lodged, a new provisional residence document shall be issued to the applicant.

    Μετά την κατάθεση της αιτήσεως ασύλου, στον αιτούντα χορηγείται νέος προσωρινός τίτλος διαμονής.

  • υπηρεσιακός

  • μεταβατικός

    adjective masculine

    Today, you begin a new career and a new life as provisional police officers

    Σήμερα, ξεκινάτε νέα καριέρα και νέα ζωή ως μεταβατική αστυνομία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετακλητός
    • υπό αίρεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " provisional " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Provisional noun γραμματική

a member of the Provisional Irish Republican Army [..]

+ Προσθήκη

"Provisional" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Provisional στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "provisional"

Φράσεις παρόμοιες με "provisional" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "provisional" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη