Μετάφραση του "proxy" σε Ελληνικά

Οι πληρεξούσιος, διαμεσολαβητής, εντολοδόχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proxy" σε Ελληνικά.

proxy adjective verb noun γραμματική

Used as a proxy or acting as a proxy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρεξούσιος

    noun masculine

    authority to act for another, especially when written [..]

    The proxy holder shall cast votes in accordance with the instructions issued by the appointing member.

    Ο πληρεξούσιος ψηφίζει σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνει το μέλος που τον διόρισε.

  • διαμεσολαβητής

    noun masculine

    (software) An interface for a service [..]

    Get... before I by-proxy vomit.

    Φύγετε... πριν ξεράσω ο διαμεσολαβητής.

  • εντολοδόχος

    The statutes shall lay down the maximum number of persons for whom a proxy may act.

    Το καταστατικό ορίζει το μέγιστο αριθμό εξουσιοδοτήσεων που μπορεί να δεχθεί ένας εντολοδόχος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πληρεξούσιο
    • αντιπρόσωπος
    • πληρεξουσιότης
    • αντίκλητος
    • διακομιστής μεσολάβησης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proxy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Proxy

An Office Communications Server role deployed to forward SIP traffic, host applications, or provide connectivity to users in branch offices.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πληρεξούσιος, εκπρόσωπος

Φράσεις παρόμοιες με "proxy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαμεσολαβητικός πόλεμος
  • εξουσιοδότηση εκπροσώπου
  • ψήφος δια πληρεξουσίου
  • πρόγραμμα-πελάτης μεσολάβησης Winsock
  • Διακομιστής μεσολάβησης · διακομιστής μεσολάβησης · διαμεσολαβητής · πληρεξούσιος εξυπηρετητής
  • αυτόματος εντοπισμός διακομιστή μεσολάβησης Web
  • διακομιστής μεσολάβησης εξερχομένων
  • διακομιστής μεσολάβησης εξερχομένων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proxy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη