Μετάφραση του "prudence" σε Ελληνικά
Οι σύνεση, φρόνηση, προσοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prudence" σε Ελληνικά.
The quality or state of being prudent; wisdom in the way of caution and provision; discretion; carefulness; hence, also, economy; frugality. [..]
-
σύνεση
noun feminineability to govern and discipline oneself by the use of reason
However, if an insurer already measures its insurance contracts with sufficient prudence, it shall not introduce additional prudence.
Ωστόσο, αν ο ασφαλιστής ήδη επιμετρά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του με επαρκή σύνεση, δεν θα εισαγάγει επιπλέον σύνεση.
-
φρόνηση
Use it with prudence or it will be mistaken for arrogance.
Χρησιμοποίησε τους μέ φρόνηση και μην πέσεις στο λάθος της αλαζονείας.
-
προσοχή
noun feminineFor this reason the Government intends to proceed with great prudence on the reform of this sector.
Για το λόγο αυτό, η κυβέρνηση προτίθεται να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή στη μεταρρύθμιση του συγκεκριμένου κλάδου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σωφροσύνη
- περίσκεψη
- πρόνοια
- προνοητικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prudence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A female given name, one of the Puritan virtue names. [..]
"Prudence" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Prudence στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.