Μετάφραση του "psychoactive" σε Ελληνικά

Οι ψυχοδραστικός, ψυχοτρόπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "psychoactive" σε Ελληνικά.

psychoactive adjective γραμματική

(pharmacology) Affecting the mind or mental processes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψυχοδραστικός

  • ψυχοτρόπος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " psychoactive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "psychoactive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη