Μετάφραση του "public" σε Ελληνικά
Οι δημόσιος, κοινό, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "public" σε Ελληνικά.
Open to all. [..]
-
δημόσιος
adjective masculineprovided (by the government) for the community [..]
You can borrow a copy from any public library.
Μπορείς να δανειστέις ένα αντίγραφο από οποιαδήποτε δημόσια βιβλιοθήκη.
-
κοινό
noun neuterpeople in general [..]
This information should be available to the public.
Αυτές οι πληροφορίες πρέπει να διατίθενται στο κοινό.
-
κοινός
adjective masculineopen to all members of a community [..]
This information should be available to the public.
Αυτές οι πληροφορίες πρέπει να διατίθενται στο κοινό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοινο-
- διαβόητος
- περίφημος
- περιβόητος
- λαός
- δημοσιότητα
- δημόσιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " public " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A privacy relationship setting that allows a small amount of information to be viewed, typically for nonfederated contacts.
-
Δημόσιο
A privacy relationship setting that allows a small amount of information to be viewed, typically for nonfederated contacts.
You can borrow a copy from any public library.
Μπορείς να δανειστέις ένα αντίγραφο από οποιαδήποτε δημόσια βιβλιοθήκη.
-
Δημόσιος, κοινής ωφέλειας
Φράσεις παρόμοιες με "public" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Υπηρεσία Εκδόσεων
-
Δημόσια οικονομία · δημοσιονομία · δημόσια οικονομικά
-
το κοινό καλό
-
δημόσιες συμβάσεις · προμήθεια (σύμβαση) του δημοσίου
-
Σύστημα διαχείρισης δημόσιων μεταφορών
-
Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία ∆ημοσίων Επιχειρήσεων
-
Πρόγραμμα συνεργασίας δημόσιας ασφάλειας