Μετάφραση του "public utility" σε Ελληνικά
Οι δημόσια υπηρεσία, (δημόσια) επιχείρηση κοινής ωφελείας (ΔΕΚΟ), επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "public utility" σε Ελληνικά.
An enterprise concerned with the provision to the public of essentials, such as electricity or water. (Source: CED) [..]
-
δημόσια υπηρεσία
An enterprise concerned with the provision to the public of essentials, such as electricity or water.(Source: CED)
Those who are not in favour of accelerating the liberalisation of public utilities are not old fashioned.
'Όχι, αυτοί που δεν είναι υπέρ μιας επιτάχυνσης της ελευθέρωσης των δημόσιων υπηρεσιών δεν αποτελούν σπάνιο είδος.
-
(δημόσια) επιχείρηση κοινής ωφελείας (ΔΕΚΟ)
An enterprise concerned with the provision to the public of essentials, such as electricity or water. (Source: CED)
-
επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας
noun -
οργανισμός κοινής ωφελείας
an organization that maintains the infrastructure for a public service
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " public utility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "public utility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίσημη αναγνώριση του κοινωφελούς χαρακτήρα
-
υπηρεσίες κοινής ωφελείας
-
οργανισμός κοινής ωφελείας
-
Δ.Ε.Κ.Ο. · επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας · επιχείρηση κοινής ωφελείας