Μετάφραση του "pump" σε Ελληνικά

Οι αντλία, αντλώ, τρόμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pump" σε Ελληνικά.

pump verb noun γραμματική

(transitive) To use a pump to move (liquid or gas). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντλία

    noun feminine

    device for dispensing liquid or gas to be sold, especially fuel [..]

    The pump spews out all kinds of stuff from the ocean floor.

    Η αντλία τραβάει τα πάντα από τον πυθμένα του ωκεανού.

  • αντλώ

    verb

    intransitive: to use a pump to move liquid or gas [..]

    Paige will hold the tubing, and then I will start pumping the blood through the filter.

    Η Πέιτζ θα κρατάει τον σωλήνα, και τότε θα αρχίσω να αντλώ το αίμα μέσω του φίλτρου.

  • τρόμπα

    noun feminine

    device for moving liquid or gas

    Well, I'm glad to hear it because we lost the pump.

    Xαίρομαι που το ακούω γιατί χάσαμε την τρόμπα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καρδιά
    • γόβα
    • γοβα
    • πάλλω
    • Αντλία
    • αεραντλία
    • τρομπάρω
    • ανακρίνω
    • αποσπώ, εκμαιεύω (κτ από κπ)
    • επενδύω
    • πατάω, τραβάω
    • προωθώ, διαφημίζω
    • πυροβολάω, ρίχνω απανωτά
    • φουσκώνω
    • χώνω
    • ψαρεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pump " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pump
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντλία

    Proper noun

    Pumping system capable of achieving and maintaining a constant or programmed rate of flow at high pressure.

    Αντλία με δυνατότητα επίτευξης και διατήρησης σταθερής ή προγραμματισμένης ταχύτητας ροής σε υψηλή πίεση.

Εικόνες με "pump"

Φράσεις παρόμοιες με "pump" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pump" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη