Μετάφραση του "punitive" σε Ελληνικά

Οι ποινικός, τιμωρητικός, παραδειγματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "punitive" σε Ελληνικά.

punitive adjective γραμματική

(law) inflicting punishment, punishing [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποινικός

    adjective masculine

    punishing

  • τιμωρητικός

    adjective masculine

    You can expect a response extremely punitive in nature.

    Μπορείς να περιμένεις μία απάντηση εντελώς τιμωρητική για τη φύση.

  • παραδειγματικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " punitive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "punitive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατασταλτικά μέτρα · κυρώσεις · ποινικά μέτρα · σωφρονιστικά μέτρα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "punitive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη