Μετάφραση του "purchaser" σε Ελληνικά
Οι αγοραστής, αγοράστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "purchaser" σε Ελληνικά.
purchaser
noun
γραμματική
One who purchases. [..]
-
αγοραστής
noun adjectiveEach purchaser shall be controlled at least once in five years.
Κάθε αγοραστής πρέπει να ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά ανά πέντε έτη.
-
αγοράστρια
nounBase stations for digital ‘trunked radio’ if the purchasing country or country of destination is Sudan.
Σταθμοί βάσης για ψηφιακή «ζευκτικοποιημένη ραδιοεπικοινωνία», εάν η αγοράστρια χώρα ή χώρα προορισμού είναι το Σουδάν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " purchaser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "purchaser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· αγορά · αγοράζω · αγοράξω · αγοραστικός · αποκτώ · παζάρι · παλάγκο · πράξη αγοράς · προμήθεια · στήριγμα · ψωνίζω
-
Αξία σε μονάδες αγοραστικής δύναμης · ισοτιμία αγοραστικής δύναμης
-
Παραγγελία
-
εμπορικός αντιπρόσωπος
-
Αγοραστική δύναμη · αγοραστική δύναμη
-
αγοραπωλησία ακινήτου
-
αγοράζω
-
νεοαποκτημένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη