Μετάφραση του "purification" σε Ελληνικά

Οι κάθαρση, καθαρισμός, εξαγνισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "purification" σε Ελληνικά.

purification noun γραμματική

The act or process of purifying. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάθαρση

    noun feminine

    act of purifying

    The function of this office is purification as well as promotion for the arts.

    Tο γραφείο αυτό έχει σκοπό τηv κάθαρση καθώς και τηv προαγωγή τωv τεχvώv.

  • καθαρισμός

    noun

    The removal of unwanted constituents from a substance.

    Hydrogen isotope storage or purification systems using metal hydrides as the storage or purification medium.

    Συστήματα αποθήκευσης ή καθαρισμού ισοτόπων του υδρογόνου χρησιμοποιούντα μεταλλικά υδρίδια ως μέσα αποθήκευσης ή καθαρισμού.

  • εξαγνισμός

    masculine

    act of purifying

    Fasting, purification, the rite of divulgement, to name a few.

    Νηστεία, εξαγνισμός, η τελετή των αποκαλύψεων, για να πω μερικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθαρμός
    • διύλιση
    • αγνισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " purification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "purification" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "purification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη