Μετάφραση του "purity" σε Ελληνικά

Οι αγνότητα, καθαρότητα, αθωότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "purity" σε Ελληνικά.

purity noun γραμματική

The state or degree of being pure. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγνότητα

    noun feminine

    the state of being pure

    It must be tantalizing to be surrounded by so much purity.

    Θα πρέπει να είναι δελεαστικό να σε περιτριγυρίζει τόση αγνότητα.

  • καθαρότητα

    The high purity of the test water is necessary to eliminate high blank values.

    Το νερό της δοκιμής είναι ανάγκη να είναι υψηλής καθαρότητας ώστε να αποφεύγονται υψηλές τιμές στα τυφλά πειράματα.

  • αθωότητα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνησιότητα
    • καθαρολογία
    • καθαρότης
    • αγνότης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " purity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Purity proper

A female given name from the virtue purity.

+ Προσθήκη

"Purity" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Purity στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "purity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "purity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη