Μετάφραση του "pursue" σε Ελληνικά

Οι καταδιώκω, ακολουθώ, επιδιώκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pursue" σε Ελληνικά.

pursue verb γραμματική

(obsolete, transitive) To follow with harmful intent; to try to harm, to persecute, torment. [from 14th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδιώκω

    verb

    That is why Robinus and his army pursue us.

    Γι'αυτό ο Ρόμπινους και ο στρατός του μας καταδιώκουν.

  • ακολουθώ

    verb

    As regards the present case, Spain instead pursues a different strategy.

    Η Ισπανία όμως ακολουθεί, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, διαφορετική στρατηγική.

  • επιδιώκω

    Many politicians from Kosovo are also saying that this process can be jointly pursued.

    Πολλοί πολιτικοί από το Κοσσυφοπέδιο λένε επίσης πως αυτή η διαδικασία μπορεί να επιδιωχθεί από κοινού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξακολουθώ
    • κυνηγώ
    • αποδύομαι
    • ενασχολούμαι
    • καταπιάνομαι
    • καταγίνομαι
    • προσπαθώ να αποκτήσω, να πετύχω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pursue " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pursue
+ Προσθήκη

"Pursue" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pursue στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "pursue"

Φράσεις παρόμοιες με "pursue" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pursue" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη