Μετάφραση του "pushchair" σε Ελληνικά
Οι καροτσάκι, παιδικό καροτσάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pushchair" σε Ελληνικά.
pushchair
noun
γραμματική
(UK) A small carriage in which a baby or child is pushed around; a stroller [..]
-
καροτσάκι
noun neutera stroller [..]
A dedicated area shall be provided for the accommodation of at least one unfolded pram or pushchair.
Πρέπει να προβλέπεται ειδικός χώρος για ένα τουλάχιστον αδίπλωτο καροτσάκι για νήπιο ή μικρό παιδί.
-
παιδικό καροτσάκι
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pushchair " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη