Μετάφραση του "pushy" σε Ελληνικά

Οι πιεστικός, φορτικός, αυταρχικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pushy" σε Ελληνικά.

pushy adjective γραμματική

Aggressively ambitious; overly assertive, bold or determined. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιεστικός

    Look, I didn't mean to come across so pushy before.

    Κοίτα, δεν το ήθελα να γίνω τόσο πιεστικός πριν.

  • φορτικός

    Do not be overbearing or pushy, but don’t be afraid to defend your beliefs.

    Μην είσαι δεσποτικός ή φορτικός, αλλά μη φοβάσαι να υπερασπισθείς τα πιστεύω σου.

  • αυταρχικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pushy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pushy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη