Μετάφραση του "put" σε Ελληνικά

Οι βάζω, θέτω, ρίχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "put" σε Ελληνικά.

put verb noun γραμματική

(finance) To exercise a put option [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάζω

    verb

    to place something somewhere [..]

    Tom puts too much sugar in his tea.

    Ο Τομ βάζει πάρα πολύ ζάχαρη στο τσάι του.

  • θέτω

    verb

    To place something somewhere

    As there are no other submissions, we will now put the proposal to a vote.

    Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες εισηγήσεις, θα θέσουμε την πρόταση σε ψηφοφορία.

  • ρίχνω

    verb

    athletics: to throw an iron ball

    You know I put a lot more into it.

    Ξέρεις ότι έριξα πολύ χρήμα σ'αυτό το μαγαζί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατατάσσω
    • φορώ
    • βάλλω
    • τοποθετώ
    • επενδύω
    • ακουμπώ
    • κανονίζω
    • εκφράζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " put " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

PUT Acronym abbreviation

Acronym of [i]Parameterized Unit Testing[/i]. [..]

+ Προσθήκη

"PUT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το PUT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "put"

Φράσεις παρόμοιες με "put" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "put" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη