Μετάφραση του "putty" σε Ελληνικά
Το στόκος είναι η μετάφραση του "putty" σε Ελληνικά.
putty
adjective
verb
noun
γραμματική
Of, pertaining to, or resembling putty. [..]
-
στόκος
noun masculineDesk sergeants are like putty in my hands
Οι φύλακες είναι σαν στόκος στα χέρια μου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " putty " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "putty"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη