Μετάφραση του "pyrography" σε Ελληνικά

Οι Πυρογραφία, πυρογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pyrography" σε Ελληνικά.

pyrography noun γραμματική

the art of decorating wood or leather by burning designs into its surface with the tip of a heated tool [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πυρογραφία

    μέθοδος διακόσμησης επιφανειών

  • πυρογραφία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pyrography " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pyrography" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη