Μετάφραση του "quantity" σε Ελληνικά

Οι ποσότητα, ποσό, ποσότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "quantity" σε Ελληνικά.

quantity noun γραμματική

A fundamental, generic term used when referring to the measurement (count, amount) of a scalar, vector, number of items or to some other way of denominating the value of a collection or group of items. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποσότητα

    noun feminine

    specific measured amount [..]

    The information sent to the Commission shall include the quantity and price of the energy involved.

    Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Επιτροπή περιλαμβάνουν την ποσότητα και την τιμή της συγκεκριμένης ενέργειας.

  • ποσό

    noun neuter

    Μια ποσότητα ή όγκος.

    In these recipes, the quantities may seem unusual.

    Σε κάποιες συνταγές, οι ποσό - τητες είναι ασυνήθιστες.

  • ποσότης

    The information sent to the Commission shall include the quantity and price of the energy involved.

    Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Επιτροπή περιλαμβάνουν την ποσότητα και την τιμή της συγκεκριμένης ενέργειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " quantity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Quantity
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ποσότητα, μέγεθος

Φράσεις παρόμοιες με "quantity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "quantity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη