Μετάφραση του "radioactivity" σε Ελληνικά
Οι ραδιενέργεια, pαδιενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "radioactivity" σε Ελληνικά.
radioactivity
noun
γραμματική
Spontaneous emission of ionizing radiation as a consequence of a nuclear reaction, or directly from the breakdown of an unstable nucleus. [..]
-
ραδιενέργεια
noun feminineradiation emitted [..]
I need to significantly boost the power in order to penetrate the radioactivity in the ionosphere.
Πρέπει να αυξήσω σημαντικά την ενέργεια για να διαπεράσω τη ραδιενέργεια στην ιονόσφαιρα.
-
pαδιενέργεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " radioactivity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "radioactivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ραδιενεργός εκπομπή
-
ραδιενεργός ρύπανση
-
ραδιενεργός ρύπος
-
ραδιενεργό υλικό
-
ραδιενεργό · ραδιενεργός · ραδιοενεργό
-
φυσική ραδιενέργεια
-
χώρος απόρριψης ραδιενεργών αποβλήτων
-
ραδιενεργό υλικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη