Μετάφραση του "rail" σε Ελληνικά
Οι κάγκελο, ράγα, σιδηρόδρομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rail" σε Ελληνικά.
rail
verb
noun
γραμματική
A horizontal bar extending between supports and used for support or as a barrier; a railing. [..]
-
κάγκελο
noun neuterhorizontal bar; railing
If we take him from the rail, he's going to bleed out in seconds.
Αν τον βγάλουμε από το κάγκελο, θα πεθάνει από αιμορραγία σε δευτερόλεπτα.
-
ράγα
femininehorizontal bar; railing
Last rail gets laid tomorrow. Win or lose.
Αύριο θα πέσει και η τελευταία ράγα, χάσεις κερδίσεις.
-
σιδηρόδρομος
noun masculineAir and rail travel are considered to be the normal means of transport.
Κοινά μεταφορικά μέσα θεωρούνται το αεροπλάνο και ο σιδηρόδρομος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τρένο
- ράγες
- σιδηροτροχιά
- χλευάζω
- βέργα
- μετοχές σιδηροδρόμων
- παραπέτο, κουπασί
- σιδηροδρομικές μεταφορές
- τοποθετώ κιγκλίδωμα
- Σιδηροτροχιά
- κουπαστή
- κιγκλίδωμα
- ταξιδεύω
- διαπομπεύω
- εξευτελίζω
- υβρίζω
- διασύρω
- εκθέτω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rail " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Rail
-
Ράβδος, σιδηροτροχιά
Εικόνες με "rail"
Φράσεις παρόμοιες με "rail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκάρσια δοκός (cross rail)
-
καταφέρομαι εναντίον (+Γεν.)
-
σιδηροδρομική γραμμή
-
νεροκοτσέλα
-
σιδηροδρομικές μεταφορές
-
Ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης σιδηροδρομικής κυκλοφορίας
-
Ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης σιδηροδρομικής κυκλοφορίας
-
Αυτοκινητάμαξα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη