Μετάφραση του "raise" σε Ελληνικά

Οι αύξηση, υψώνω, μεγαλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raise" σε Ελληνικά.

raise verb noun γραμματική

To cause to rise. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    increase in wages

    Besides, I'll just tell him to give you another raise.

    Εκτός αυτού, θα του πω να σου δώσει αύξηση.

  • υψώνω

    verb

    For that we raise our hand, to one nation.

    Γι'αυτό υψώνουμε το χέρι μας, προς ένα έθνος.

  • μεγαλώνω

    verb

    μεγαλώνω ένα παιδί

    You will not bully me into changing how I raise my children.

    Δεν θα με τραμπουκίσεις, για ν'αλλάξω τον τρόπο που τα μεγαλώνω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεβάζω
    • σηκώνω
    • αβάντζο
    • ανατρέφω
    • αυξάνω
    • ανύψωση
    • εγείρω
    • συλλέγω
    • δέχομαι
    • ανελκύω
    • ανυψώνω
    • προβάλλω
    • δημιουργώ
    • προκαλώ
    • εξασφαλίζω
    • ανέβασμα
    • ανεγείρω
    • αναδεικνύω
    • εκτρέφω
    • αίρω
    • κλιμακώνω
    • παράγω
    • προάγω
    • πυροδοτώ
    • εκπαιδεύω
    • ανακινώ
    • ανασήκωμα
    • ανορθώνω
    • ανώθηση
    • διαπαιδαγωγώ
    • παρακινώ
    • ψηλώνω
    • ανηφόρα
    • ανάβαση
    • εντείνω
    • κάνω έπαρση (σημαίας)
    • κάνω ρελάνς
    • μισθολογική άνοδος
    • οδηγώ σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Raise
+ Προσθήκη

"Raise" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Raise στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "raise"

Φράσεις παρόμοιες με "raise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανεβάζω τον πήχη
  • αναζωπυρωμένος · αναπτερωμένος
  • ανατείνω
  • βάζω σε υποψίες · βαράω συναγερμό · βγάζω κόκκινη κάρτα · εγείρω υποψίες · κινώ υποψίες · χτυπάω καμπανάκι
  • αναγορεύω κτ σε
  • έρανος
  • ανατριχιαστικός
  • αφήνω ερωτηματικά · γεννώ απορίες · γεννώ ερωτηματικά · εγείρω ερωτήματα · εγείρω ζητήματα · εγείρω προβληματισμούς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη