Μετάφραση του "raised" σε Ελληνικά
Οι ανασυρτός, υψωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raised" σε Ελληνικά.
raised
adjective
verb
Simple past tense and past participle of raise. [..]
-
ανασυρτός
adjective -
υψωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " raised " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Raised
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Raised" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Raised στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "raised" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναζωπυρωμένος · αναπτερωμένος
-
βάζω σε υποψίες · βαράω συναγερμό · βγάζω κόκκινη κάρτα · εγείρω υποψίες · κινώ υποψίες · χτυπάω καμπανάκι
-
αναγορεύω κτ σε
-
έρανος
-
ανατριχιαστικός
-
αφήνω ερωτηματικά · γεννώ απορίες · γεννώ ερωτηματικά · εγείρω ερωτήματα · εγείρω ζητήματα · εγείρω προβληματισμούς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη