Μετάφραση του "rakishness" σε Ελληνικά

Οι ακολασία, κομψότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rakishness" σε Ελληνικά.

rakishness noun γραμματική

The property of being rakish. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακολασία

    noun
  • κομψότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rakishness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rakishness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Stylish; characterized by a devil-may-care unconventionality ... εκλυτος, ακολαστος ... having a trim or streamlined appearance suggestive of speed (for a car or boat/ship) · έκλυτος · ακόλαστος · κομψός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rakishness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη