Μετάφραση του "ramification" σε Ελληνικά

Οι διακλάδωση, επίπτωση, κλάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ramification" σε Ελληνικά.

ramification noun γραμματική

(botany, anatomy) A branching-out, the act or result of developing branches; specifically the divergence of the stem and limbs of a plant into smaller ones, or of similar developments in blood vessels, anatomical structures etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακλάδωση

    noun feminine

    I'm sure you understand the political ramifications if you are incorrect.

    Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνετε την πολιτική διακλάδωση αν έχετε άδικο.

  • επίπτωση

    Noun

    From among the various strategic ramifications, I would like to underline a single issue, that of infrastructure.

    Μεταξύ των διαφόρων στρατηγικών επιπτώσεων, θα ήθελα να υπογραμμίσω ένα μόνο θέμα, το θέμα της υποδομής.

  • κλάδος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρακλάδι
    • προέκταση
    • επακόλουθο
    • σκέλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ramification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ramification
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακλάδωση

    I'm sure you understand the political ramifications if you are incorrect.

    Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνετε την πολιτική διακλάδωση αν έχετε άδικο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ramification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη