Μετάφραση του "random" σε Ελληνικά

Οι τυχαίος, τύχη, τυχαίως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "random" σε Ελληνικά.

random adjective noun γραμματική

(obsolete) Speed, full speed; impetuosity, force. [14th-17th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυχαίος

    noun adjective masculine

    all outcomes being unpredictable [..]

    Right now I'm just some random dude on the beach.

    Αυτή τη στιγμή, είμαι απλώς ένας τυχαίος τύπος στην παραλία.

  • τύχη

    noun feminine

    We picked the number at random.

    Διαλέξαμε τον αριθμό στην τύχη.

  • τυχαίως

    Sampling shall be carried out during a harvest taken at random and shall cover all cages.

    Η δειγματοληψία πραγματοποιείται σε τυχαία βάση κατά τη συλλογή και καλύπτει όλους τους κλωβούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άδηλος
    • απρογραμμάτιστος
    • σύμπτωση
    • αβέβαιος
    • συμπτωματικά
    • από σύμπτωση
    • τυχαία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " random " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Random
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τυχαίος

    The police thought it was a random shooting, that some guy had broken into his apartment.

    Η αστυνομία πίστεψε ότι ήταν ένας τυχαίος πυροβολισμός, από κάποιον που διέρρηξε το διαμέρισμα του.

Φράσεις παρόμοιες με "random" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "random" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη