Μετάφραση του "random sample" σε Ελληνικά

Το τυχαίο δείγμα είναι η μετάφραση του "random sample" σε Ελληνικά.

random sample noun γραμματική

(statistics) A sample randomly taken from an investigated population. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυχαίο δείγμα

    noun

    Information relating to the random sample should be distinguished from that related to other samples.

    Οι πληροφορίες που αφορούν το τυχαίο δείγμα θα πρέπει να διακρίνονται από τις πληροφορίες που αφορούν άλλα δείγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " random sample " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "random sample" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη