Μετάφραση του "rationality" σε Ελληνικά

Οι ορθολογικότητα, λογική, ορθολογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rationality" σε Ελληνικά.

rationality noun γραμματική

the quality or state of being rational; agreement with reason; possession of reason; due exercise of reason; reasonableness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθολογικότητα

    like rationality. You're supposed to be rational in an argument.

    Όπως η ορθολογικότητα, υποτίθεται ότι πρέπει να είσαι ορθολογικός σε ένα επιχείρημα.

  • λογική

    noun feminine

    If the result is rational, as intended by the directive, that is the rule to be preferred.

    Αν το αποτέλεσμα είναι λογικό, όπως επιθυμεί η οδηγία, πρέπει να προτιμηθεί το εν λόγω κριτήριο.

  • ορθολογισμός

  • λογικότητα

    That is vital to remember if we find it difficult to react rationally when someone else is in control.

    Είναι σπουδαίο να το θυμόμαστε αυτό αν δυσκολευόμαστε να αντιδράσουμε με λογικότητα όταν κάποιος άλλος ελέγχει την κατάσταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rationality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rationality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρητός αριθμός
  • ρητά κλάσματα
  • γνωστικός · λογικός · μετρημένος · μυαλωμένος · νοητικός · ορθολογικός · ρητός
  • με το δελτίο · με το σταγονόμετρο
  • Ρητή συνάρτηση
  • δελτίον
  • δίαιτα · διαιτολόγιο · διανέμω με το δελτίο · επιβάλλω δελτίο σε · εφαρμόζω δελτίο σε · κατανέμω · μερίδα · μοιράζω με το δελτίο · σιτηρέσιο
  • εκλογικεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rationality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη