Μετάφραση του "raw" σε Ελληνικά
Οι ωμός, ακατέργαστος, ανεπεξέργαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raw" σε Ελληνικά.
Of food: not cooked. [from 9th c.] [..]
-
ωμός
adjective masculineuncooked
Besides, we both know that the raw, animal attraction between us is undeniable.
'λλωστε, γνωρίζουμε ήδη πως υπάρχει ωμός, ζωώδης ερωτισμός ανάμεσά μας.
-
ακατέργαστος
adjective masculineuntreated
Natural cork, raw or simply prepared; waste cork; crushed, granulated or ground cork
Φελλός φυσικός ακατέργαστος ή απλώς παρασκευασμένος. Απορρίμματα από φελλό.
-
ανεπεξέργαστος
adjective masculineuntreated
Tree bark (raw, dried or powdered; unprocessed)
Φλοιός δένδρων (πρωτογενής, αποξηραμένος ή κονιοποιημένος· ανεπεξέργαστος)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άψητος
- ανεκπαίδευτος
- αμαγείρευτος
- γδαρμένος
- πρωτόπειρος
- άδικος
- σκληρός
- χοντροκομμένος
- αγροίκος
- αδούλευτος
- άγουρος
- άξεστος
- παρθένος
- αγνός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " raw " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ακατέργαστος, φυσικός
The rules as written: the actual rules appearing in the rulebook, as opposed to house rules, or as opposed to the rules that might have been intended (in the event of a mistake in the rulebook).
"RAW" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το RAW στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "raw"
Φράσεις παρόμοιες με "raw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδικούμαι · βγαίνω ζημιωμένος · πέφτω θύμα εκμετάλλευσης · παίρνω τον πούλο · υφίσταμαι αδικία
-
κατασκευή
-
βασική χημική βιομηχανία
-
εξασφάλιση πρώτης ύλης
-
δημιουργώ από πρώτες ύλες
-
ανανεώσιμη πρώτη ύλη
-
ωμό λαχανικό
-
απειρία · ωμότητα