Μετάφραση του "readily" σε Ελληνικά

Οι πρόθυμα, εύκολα, οικειοθελώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "readily" σε Ελληνικά.

readily adverb γραμματική

Without unwillingness or hesitation; showing readiness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόθυμα

    adverb

    showing readiness

    The greater the public awareness, the more readily will society accept the financial burden.

    Όσο μεγαλύτερη είναι η ευαισθητοποίηση του κοινού, τόσο πιο πρόθυμα θα αποδεχθεί η κοινωνία το οικονομικό βάρος.

  • εύκολα

    adverb

    easily

    Such information, which may be transmitted electronically, must be in writing and in readily understandable language.

    Οι πληροφορίες αυτές, οι οποίες δύνανται να διαβιβάζονται ηλεκτρονικώς, πρέπει να παρέχονται εγγράφως, σε εύκολα καταληπτή γλώσσα.

  • οικειοθελώς

    adverb

    showing readiness

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άμεσα
    • αμέσως
    • ευχερώς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " readily " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "readily" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "readily" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη