Μετάφραση του "reasonably" σε Ελληνικά
Οι ευλόγως, λογικά, λογικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reasonably" σε Ελληνικά.
reasonably
adverb
γραμματική
In accordance with reason. [..]
-
ευλόγως
adverbThis would include time off work other than that reasonably needed for the donation and travel.
Τούτο ισχύει και για τη χορήγηση αντισταθμιστικής αδείας υπερβαίνουσας τον χρόνο που ευλόγως απαιτείται για την αιμοδοσία και τη μετακίνηση.
-
λογικά
adverbThis seemed a reasonable request, so I agreed.
Η αίτηση αυτή φαινόταν λογική κι έτσι συμφώνησα.
-
λογικώς
I am therefore of the opinion that Binder could reasonably have detected the error in question .
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η Βinder μπορούσε λογικώς να ανακαλύψει το εν λόγω λάθος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reasonably " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reasonably" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
και δικαιολογημένα!
-
ευελιξία συλλογισμού
-
χωρίς να συντρέχει λόγος · χωρίς προφανή λόγο
-
και δικαιολογημένα!
-
αίτιο · αιτία · αναλογία · διάνοια · δικαιολογία · επιχειρηματολογώ · κρίνω · λογική · λογική σκέψη · λογικό · λόγος · μυαλό · νους · νόηση · ορθός λόγος · σκέφτομαι · συζητώ · συζητώ λογικά · συμπεραίνω · συνεννοούμαι (με κπ)
-
άνευ αντικειμένου · χωρίς κανένα λόγο · χωρίς λογική βάση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη