Μετάφραση του "reciprocate" σε Ελληνικά
Οι ανταποκρίνομαι, ανταποδίδω, ανταλλάσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reciprocate" σε Ελληνικά.
reciprocate
verb
γραμματική
(transitive) To mutually give and take something; to interchange. [..]
-
ανταποκρίνομαι
verbYou know, he had feelings for someone and they weren't really reciprocated, so...
Ξέρεις, είχε αισθήματα για κάποια και εκείνη δεν ανταποκρίθηκε, οπότε..
-
ανταποδίδω
verbNow I am reciprocating as shadow for his report.
Τώρα, του το ανταποδίδω ως σκιώδης εισηγητής της δικής του έκθεσης.
-
ανταλλάσσω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reciprocate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reciprocate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμφίδρομος μετατροπέας
-
Αντίστροφος, αμοιβαίος
-
θεώρημα αμοιβαιότητας
-
αλληλοπαθής αντωνυμία
-
εμβολοφόρα μηχανή
-
Αμοιβαιότητα · αμοιβαιότητα · ανταποδοτικότητα
-
αμοιβαιότητα · ανταποδοτικότητα
-
ανταλλαγή · ανταπόδοση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη