Μετάφραση του "reckoning" σε Ελληνικά

Οι υπολογισμός, λογαριασμός, εκτιμώντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reckoning" σε Ελληνικά.

reckoning noun verb γραμματική

Present participle of reckon. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπολογισμός

    noun

    Such clarity is guaranteed if time is reckoned from the publication of the measure.

    Ο υπολογισμός της προθεσμίας από την ημέρα δημοσιεύσεως της πράξεως διασφαλίζει την απαιτούμενη σαφήνεια.

  • λογαριασμός

    noun masculine

    Your continued relations with a married woman are incurring a debt, and the reckoning is not yet paid.

    Η σχέση σας με μια παντρεμένη δημιουργεί ένα χρέος κι ο λογαριασμός δεν έχει πληρωθεί ακόμη.

  • εκτιμώντας

    particle

    υπολογίζοντας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεκαθάρισμα
    • αναλογισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reckoning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reckoning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λογιστής · υπολογιστής
  • που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη
  • αθροίζω · βασίζομαι · εικάζω · εκτιμώ · θαρρώ · θεωρώ · κρίνω · λογαριάζω · νομίζω · προβλέπω · υποθέτω · υπολογίζω · φαντάζομαι · φρονώ
  • δεν είναι παίξε γέλασε · που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη · σημαντικός παράγοντας
  • διόλου ευκαταφρόνητος · ισχυρός αντίπαλος · υπολογίσιμη δύναμη · υπολογίσιμος αντίπαλος
  • λογαριάζω χωρίς τον ξενοδόχο
  • αντιμετωπίζω · λαμβάνω υπόψη · λογαριάζομαι με κπ · υπολογίζω
  • υπολογίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reckoning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη