Μετάφραση του "recreation" σε Ελληνικά
Οι αναψυχή, ψυχαγωγία, διασκέδαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recreation" σε Ελληνικά.
Any activity, such as play, that amuses, diverts or stimulates. [..]
-
αναψυχή
noun feminineactivity that diverts, amuses or stimulates [..]
I thought we might engage in some recreation, yes.
Νόμιζα ότι θα μπορούσαμε να εμπλακούμε Σε κάποια αναψυχή, ναι.
-
ψυχαγωγία
noun feminineactivity that diverts, amuses or stimulates
Multiple use refers to the utilization of forests for commercial, recreational and protection purposes.
Η πολλαπλή χρήση σημαίνει εκμετάλλευση των δασών τόσο από οικονομικής πλευράς όσο και από πλευράς ψυχαγωγίας ή προστασίας.
-
διασκέδαση
noun feminineRight, we'll put you down as a recreational shooter then.
Εντάξη, θα πάρουμε σαν διασκέδαση τους πυροβολισμούς τότε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναδημιουργία
- διάλειμμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " recreation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Recreation" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Recreation στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "recreation"
Φράσεις παρόμοιες με "recreation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οργανισμός Recreational Software Advisory Council
-
τροχόσπιτο
-
εγκαταστάσεις υδροψυχαγωγίας
-
μαζική διασκέδαση (αναψυχή)
-
περιοχή αναψυχής
-
Ορειβασία
-
Ψυχαγωγικά μαθηματικά
-
αναγεννώ · αναδημιουργώ · αναπλάθω · ανασυνθέτω · διασκεδάζω · εγκαρδιώνω · ξαναζωντανεύω · τέρπω · ψυχαγωγώ