Μετάφραση του "recurring" σε Ελληνικά

Οι επαναλαμβανόμενος, επανεμφανιζόμενος, πάγιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recurring" σε Ελληνικά.

recurring adjective verb

Present participle of recur. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαναλαμβανόμενος

    The same chronic headache, backache and recurring fever.

    Ο ίδιος χρόνιος πονοκέφαλος, οσφυαλγία και επαναλαμβανόμενος πυρετό.

  • επανεμφανιζόμενος

    There's a recurring legend amongst equatorial rainforest cultures about Nubbins.

    Υπάρχει ένας επανεμφανιζόμενος θρύλος μεταξύ των πολιτισμών στα τροπικά δάση του Ισημερινού για τα Nubbins.

  • πάγιος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιοδικός
    • τακτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recurring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Recurring
+ Προσθήκη

"Recurring" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Recurring στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "recurring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recurring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη