Μετάφραση του "recuse" σε Ελληνικά

Οι αυτοεξαιρούμαι, εξαιρώ, αποσύρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recuse" σε Ελληνικά.

recuse verb γραμματική

(transitive) To refuse or reject ( a judge ); to challenge that the judge shall not try the case or is disqualified to act. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοεξαιρούμαι

    To refuse to act as a judge; to declare oneself disqualified to act

  • εξαιρώ

    To refuse or reject

  • αποσύρω

    verb

    Had my defense attorney recuse himself from the case?

    Να αποσύρω το δικηγόρο μου από την υπόθεση;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαλλάσσω
    • κρίνω ακατάλληλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recuse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "recuse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recuse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη