Μετάφραση του "recycling" σε Ελληνικά

Οι ανακύκλωση, ανακύκληση, Ανακύκλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recycling" σε Ελληνικά.

recycling noun verb γραμματική

Present participle of recycle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακύκλωση

    noun feminine

    επαναχρησιμοποίηση

    Projects on recycling packaging materials, including biodegradable plastics, are also welcomed.

    Είναι επίσης ευπρόσδεκτα τα έργα που αφορούν την ανακύκλωση της συσκευασίας ως υλικού, συμπεριλαμβανομένων των βιοαποικοδομήσιμων πλαστικών.

  • ανακύκληση

    Noun

    A resource recovery method involving the collection and treatment of a waste product for use as raw material in the manufacture of the same or a similar product.

    This may be the case, for example, with waste disposal and recycling,

    Τέτοια περίπτωση αποτελεί, παραδείγματος χάριν, η διαχείριση αποβλήτων και η ανακύκληση,

  • Ανακύκλωση

    process using materials into new products to prevent waste of potentially useful materials

    Projects on recycling packaging materials, including biodegradable plastics, are also welcomed.

    Είναι επίσης ευπρόσδεκτα τα έργα που αφορούν την ανακύκλωση της συσκευασίας ως υλικού, συμπεριλαμβανομένων των βιοαποικοδομήσιμων πλαστικών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recycling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Recycling
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανακύκλωση

    Recycling of paper has been relatively straightforward so far and its material use has been predominating one.

    Η ανακύκλωση του χαρτιού μέχρι σήμερα είναι σχετικά απλή διαδικασία και η χρήση των υλικών κατέχει δεσπόζουσα θέση.

Φράσεις παρόμοιες με "recycling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recycling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη