Μετάφραση του "redact" σε Ελληνικά

Οι συντάσσω, διατυπώνω, εκφράζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "redact" σε Ελληνικά.

redact verb noun γραμματική

To reduce to form, as literary matter; to digest and put in shape (matter for publication); to edit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντάσσω

    verb

    The report is being redacted as we speak.

    Η αναφορά συντάσσεται αυτή τη στιγμή.

  • διατυπώνω

    verb

    I redacted them orders.

    Εγώ διατύπωσα αυτές τις οδηγίες.

  • εκφράζομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιμελούμαι
    • συνοψίζω
    • λογοκρίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " redact " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Redact
+ Προσθήκη

"Redact" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Redact στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "redact" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Editing or censoring a document before publication for the protection of sensitive information ... the process often results in visible black bars over text · διατύπωση · λογοκρισία · παράληψη · σύνταξη
  • λογοκριμένο αντίγραφο
  • Edited or censored ... διαβαθμισμενος, λογοκριμένος ... επεξεργασμένος · διαβαθμισμένος · λογοκριμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "redact" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη