Μετάφραση του "redouble" σε Ελληνικά
Το διπλασιάζω είναι η μετάφραση του "redouble" σε Ελληνικά.
redouble
verb
noun
γραμματική
(transitive) To double, especially to double again; to increase considerably; to multiply; to intensify. [..]
-
διπλασιάζω
Verb verbScotland Yard will redouble the guard about you, doctor.
Scotland Yard Θα διπλασιάσει τη φρουρά σας, γιατρέ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " redouble " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "redouble" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναδίπλωση · επιτείνοντας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη