Μετάφραση του "reduce" σε Ελληνικά

Οι μειώνω, ελαττώνω, περιστέλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reduce" σε Ελληνικά.

reduce verb γραμματική

(transitive) To bring down the size, quantity, value or intensity of something; to diminish, to lower, to impair. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειώνω

    verb

    Overall the social impact will be positive, as discrimination on the basis of nationality should be reduced.

    Συνολικά, ο κοινωνικός αντίκτυπος θα είναι θετικός, δεδομένου ότι οι διακρίσεις με βάση την ιθαγένεια λογικά θα μειωθούν.

  • ελαττώνω

    verb

    I'm reducing, reusing and recycling.

    Ελαττώνω, επαναχρησιμοποιώ και ανακυκλώνω.

  • περιστέλλω

    verb

    Simplification is important because it reduces the administrative burden.

    Η απλούστευση είναι σημαντική, γιατί με τον τρόπο αυτό περιστέλλεται η διοικητική επιβάρυνση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταντώ
    • περιορίζω
    • μείωση
    • μετατρέπω
    • χαμηλώνω
    • κατεβάζω
    • μειώνώ
    • ανάγω
    • καταδέχομαι
    • καταβιβάζω
    • γίνομαι
    • ζέω
    • αποξειγονώνω
    • αποξειδώνω
    • βράζω
    • μικραίνω
    • συρρικνώνω
    • αδυνατίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reduce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Reduce
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μειώνω, ελαττώνω

Φράσεις παρόμοιες με "reduce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reduce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη