Μετάφραση του "referee" σε Ελληνικά

Οι διαιτητής, κριτής, εισηγητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "referee" σε Ελληνικά.

referee verb noun γραμματική

(sports) An umpire or judge; the official who makes sure the rules are followed during a game [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιτητής

    noun masculine

    person who settles a dispute [..]

    The referee going back to the timer's bench has disallowed the goal.

    Ο διαιτητής πηγαίνει στη γραμματεία και ακυρώνει το γκολ.

  • κριτής

    noun m;f masculine;feminine

    expert who judges a manuscript [..]

    So, you referee the papers on the Riemann submitted to the journal, correct?

    Ώστε είσαι ο κριτής των άρθρων που έρχονται στο περιοδικό για τον Ρίμαν, σωστά;

  • εισηγητής

    noun masculine

    person who settles a dispute

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαιτητεύω
    • δικαστής
    • μεσολαβώ για
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " referee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "referee"

Φράσεις παρόμοιες με "referee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "referee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη